Login

Δεν έχετε εγγραφεί ακόμα;

Ξεχάσατε το λογαριασμό σας;

Print
Δημοσιεύτηκε: 05/01/2015

Οι δώδεκα μήνες (ελληνικό παραμύθι)

Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε μια φτωχή χήρα με πέντε παιδιά που προσπαθούσε να τα ζήσει ξενοδουλεύοντας πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο.

Μια χρονιά, που ο χειμώνας ήταν βαρύς, δεν εύρισκε πουθενά να δουλέψει, μόνο μια πλούσια γειτόνισσα της είχε ζητήσει να πηγαίνει μία φορά την εβδομάδα να της ζυμώνει τα ψωμιά. Εκείνο τον καιρό, βλέπετε, οι νοικοκυρές ζύμωναν κι έψηναν μόνες τους το ψωμί της οικογένειας.

Αυτή η γειτόνισσα ήταν τόσο τσιγκούνα που δεν έδινε στη φτωχή γυναίκα ούτε ένα ξεροκόμματο για να ταϊσει τα παιδιά της. Δεν την άφηνε να πλύνει ούτε τα χέρια της μετά το ζύμωμα, για να μη της ξοδέψει το νερό. Μα η φτωχή γυναίκα ήταν καλόγνωμη και δεν άφηνε τη στενοχώρια να της μαυρίσει την καρδιά.  Έτσι, κάθε φορά που έφευγε από το σπίτι της πλούσιας, πήγαινε στο σπίτι της με τα χέρια γεμάτα ζυμάρι και τα ξέπλενε με καθαρό νερό. Έπειτα έβραζε το νερό, που γινόταν σα χυλός, και μ’  αυτό έθρεφε τα παιδιά της. Αυτός ο χυλός τα κρατούσε χορτάτα όλη την εβδομάδα, μέχρι η μάνα τους να ξαναπάει στη γειτόνισσα να της ζυμώσει. Κι όσο περνούσε ο καιρός τα παιδιά της γίνονταν παχουλά και ροδοκόκκινα, ενώ τα παιδιά της πλούσιας, που έτρωγαν απ’ όλα τα καλά, έμεναν αδύνατα και ζαρωμένα.

Το είδε αυτό η πλούσια και παραξενεύτηκε τόσο πολύ που το κουβέντιασε με τις φίλες της. Εκείνες της είπαν:

- Έτσι που φεύγει με τα χέρια γεμάτα ζυμάρι, παίρνει όλη την τύχη των παιδιών σου και την πηγαίνει στα δικά της παιδιά.

Η πλούσια δεν έψαξε να βρει άλλη εξήγηση. Έτσι μίζερη όπως ήταν και μαθημένη να τα βλέπει όλα στραβά, πίστεψε αυτό που της είπαν οι φίλες της, κι όταν η φτωχή γυναίκα ξανάρθε την καθορισμένη μέρα για να της ζυμώσει, την έβαλε, πριν να φύγει, να πλύνει καλά καλά τα χέρια της.

Η φτωχή έφυγε από το σπίτι της πλούσιας με δάκρυα στα μάτια γιατί ήξερε ότι δεν θα μπορούσε πια να θρέφει τα παιδιά της με το χυλό που έφτιαχνε από τα άπλυτα χέρια της. Πήρε τους δρόμους και γύρισε από πόρτα σε πόρτα, ζητώντας να της δώσουν ένα κομμάτι ψωμί, ώσπου κάποια πονετική γυναίκα της έδωσε ένα μπαγιάτικο καρβέλι. Η φτωχή το πήγε στο σπίτι της κι αφού το έδωσε στα παιδιά της, τα έβαλε να κοιμηθούν. Κατά τα μεσάνυχτα, σαν εκείνα αποκοιμήθηκαν, αυτή, απελπισμένη, έφυγε από το σπίτι για να μην τα δει να πεθαίνουν από την πείνα.

Περπάτησε πολλή ώρα, χωρίς να βλέπει πού πηγαίνει. Βγήκε από το χωριό της κι άρχισε ν’ ανεβαίνει το γειτονικό λόφο ώσπου, ανάμεσα στα δέντρα, ξεχώρισε ένα φως που έφεγγε, και πήγε κατά κει. Βρήκε μια μεγάλη στρογγυλή σκηνή, σκεπασμένη με ωραία υφάσματα και στολισμένη με γιρλάντες και σιρίτια, που μέσα της φαινόταν να καίει μια ζωηρή φωτιά. Η φτωχή γυναίκα μπήκε μέσα όπου βρήκε δώδεκα νέους να κάθονται γύρω από τη φωτιά και να κουβεντιάζουν. Από την κορυφή της σκηνής, κρεμόταν η υδρόγειος και γύρω της έκαιγαν δώδεκα κεριά στερεωμένα σ’ ένα χρυσό στεφάνι.

Τρεις από τους νέους κάθονταν παρέα κι είχαν στην αγκαλιά τους λουλούδια και πράσινα χορτάρια, που αρωμάτιζαν και δρόσιζαν τον αέρα γύρω τους. Μπροστά τους είχαν κούπες με παχύ, μυρωδάτο γάλα και πιατέλες με τυριά.

Δίπλα απ’ αυτούς κάθονταν άλλοι τρεις, με γυμνά τα ηλιοκαμμένα στήθη τους, που κρατούσαν χρυσά στάχυα και στα πόδια τους είχαν καλάθια με φρούτα και λαχανικά.

Πιο πέρα κάθονταν άλλοι τρεις, στεφανωμένοι με κλαδιά από αμπέλι, που είχαν μπροστά τους πιατέλες με κόκκινα και κίτρινα σταφύλια και κερνούσαν τους άλλους κρασί από κρυστάλλινες φιάλες.

Στο τέλος του κύκλου κάθονταν τρεις νέοι ντυμένοι από την κορυφή ως τα νύχια με ζεστά ρούχα, που σε κάθε κίνηση των χεριών τους έπεφταν νιφάδες χιονιού κι ο αέρας γύρω τους πάγωνε.  Στα πόδια τους είχαν καλάθια γεμάτα με καρύδια, κάστανα και φουντούκια.

- Καλώς την κυρούλα, είπαν στη γυναίκα σαν την είδαν. Έλα να καθίσεις μαζί μας κοντά στη φωτιά. Πώς βρέθηκες εδώ πάνω τέτοια ώρα μόνη σου, μ’ αυτό το κρύο;

Την έβαλαν να καθίσει ανάμεσά τους κι εκείνη τους μίλησε για τη φτώχια της και τα βάσανά της, για την απελπισία και το φόβο της ότι τα παιδιά της θα πεθάνουν της πείνας.  

Τότε σηκώθηκε ένας από τους νέους που ήταν ντυμένοι ζεστά  και της έβαλε να φάει και να πιεί απ’ όλα τα καλά που είχαν. Η γυναίκα πρόσεξε πως κούτσαινε λιγάκι. Όσο έτρωγε οι νέοι της έπιασαν κουβέντα ρωτώντας τη για διάφορα πράγματα ώσπου στο τέλος, ένας από εκείνους που είχαν στην αγκαλιά τους λουλούδια και πράσινα χορτάρια τη ρώτησε:

- Πες μου, κυρούλα, τι γνώμη έχετε στο χωριό σας για τους μήνες του χρόνου; Τι λέτε για τους μήνες της άνοιξης, τον Μάρτη, τον Απρίλη και το Μάη;

Χαμογέλασε η φτωχή, ξέχασε για λίγο τις έγνοιες της και του απάντησε με ενθουσιασμό:

- Αχ, παλικάρι μου, είναι να μην περνάμε καλά μ’ αυτούς τους μήνες, που σαν έρχονται, πρασινίζουν οι κάμποι και οι πλαγιές, τα λουλούδια γεμίζουν τον τόπο με χρώματα κι ευωδιές, όλη η πλάση γιορτάζει, κι εμείς οι άνθρωποι χαιρόμαστε που αφήνουμε πίσω μας τις βαρυχειμωνιές.

- Και για τους μήνες του καλοκαιριού, τον Ιούνιο, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, τι έχεις να μας πεις; τη ρώτησε ένας από τους νέους με τα ηλιοκαμμένα στήθη.

- Αυτοί οι μήνες είναι θησαυρός. Με τη ζέστη που κάνει μεστώνουν τα στάχυα που θα μας δώσουν το ψωμί, ωριμάζουν τα φρούτα και τα λαχανικά, οι άνθρωποι σταματάνε για λίγο τις δουλειές τους, πηγαίνουν διακοπές και δροσίζονται στη θάλασσα, του απάντησε.

- Για το Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο, που φέρνουν το φθινόπωρο, τι λέτε; ρώτησε ζωηρά ένας από τους νέους που ήταν στεφανωμένοι με κλαδιά από αμπέλι.

- Σ’ αυτούς τους μήνες ο καιρός γλυκαίνει γιατί παύει η κάψα του καλοκαιριού. Η γη εξακολουθεί και μας δίνει τους καρπούς της, όπως τα σταφύλια, τα κάστανα, τα καρύδια αλλά την ίδια στιγμή ετοιμάζεται να πέσει στο βαθύ χειμωνιάτικο ύπνο της. Ενώ εμείς, οι άνθρωποι, που έχουμε επιστρέψει ξεκούραστοι από τις καλοκαιρινές διακοπές μας, αρχίζουμε τις δουλειές μας με καινούργια δύναμη.

- Με τους χειμωνιάτικους μήνες, το Δεκέμβρη, τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο, πώς περνάτε, τη ρώτησε ένας νέος από κείνους που ήταν ντυμένοι με ζεστά ρούχα.

- Κι αυτοί οι μήνες μας είναι πολύτιμοι γιατί φέρνουν το κρύο, που καθαρίζει την ατμόσφαιρα, φέρνουν το χιόνι, που όταν λιώσει την άνοιξη θα μας δώσει νερό, και τις βροχές που τρέφουν τα σπαρτά. Οι άνθρωποι περνούν καλά γιατί αυτοί οι μήνες μας φέρνουν τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τις Απόκριες. Βλέπετε λοιπόν, παλικάρια μου, πως όλοι οι μήνες του χρόνου είναι καλοί και χρήσιμοι. Για κανένα δεν πρέπει να παραπονιόμαστε, μόνο να τους ευχαριστούμε που μας φροντίζουν, ο καθένας με τον τρόπο του.

Οι δώδεκα νέοι άκουγαν με ευχαρίστηση τα γλυκά λόγια της γυναίκας. Όταν σταμάτησε να μιλάει σηκώθηκε ο κουτσός νέος που της είχε προσφέρει το φαγητό, πήρε ένα όμορφο ρόδι από ένα καλάθι και της το έδωσε:

- Πάρε, κυρούλα, αυτό το ρόδι, για την καλοσύνη σου, γύρνα στο σπίτι σου και μη φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά, της είπε. Αλλά πρόσεξε να μη σπάσεις το ρόδι παρά μόνο όταν θα μπεις στην κάμαρά σου.

Η φτωχή γυναίκα έβαλε το ρόδι στον κόρφο της, ευχαρίστησε τους νέους, τους αποχαιρέτησε και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Δεν ένιωθε πια την απελπισία να της σφίγγει την καρδιά. Αντίθετα, ένιωθε κουράγιο κι ελπίδα, που την έκαναν τόσο ανάλαφρη ώστε προχωρούσε σχεδόν τρέχοντας. Έφτασε στο σπίτι της την ώρα που χάραζε. Ευτυχώς τα παιδιά της δεν είχαν ξυπνήσει ακόμα και δεν είχαν καταλάβει την απουσία της. Η γυναίκα μπήκε σιγοπερπατώντας στην κάμαρά της κι έσπασε το ρόδι. Αντί όμως για τα κόκκινα σπόρια του το ρόδι είχε κατακόκκινα ρουμπίνια τυλιγμένα μέσα σε χρυσές θηκούλες. Η γυναίκα κόντεψε να τρελαθεί από τη χαρά της. Τώρα πια θα μπορούσε να θρέψει τα παιδιά της χωρίς αγωνίες και βάσανα.

Από κείνη την ημέρα η φτωχή γυναίκα δεν ξαναπήγε να ζυμώσει στο σπίτι της πλούσιας γειτόνισσάς της. Η πλούσια παραξενεύτηκε και υποψιάστηκε ότι κάτι συνέβαινε. Γι’ αυτό πήγε στο σπίτι της φτωχής και τη ρώτησε μήπως έπαθε κάτι, τάχα πως είχε ανησυχήσει. Η φτωχή, που ήταν αγαθή και άκακη, της είπε όλη την ιστορία. Τότε η πλούσια ζήλεψε και σκέφτηκε να πάει κι εκείνη να βρει τους δώδεκα νέους.

Το βράδυ λοιπόν, σαν κοιμήθηκαν ο άντρας και τα παιδιά της, έβαλε τα ζεστά της ρούχα και πήρε το δρόμο για το γειτονικό λόφο, εκεί που της είχε πει η φτωχή πως είχε συναντήσει τους νέους. Η βραδιά ήταν παγωμένη και σκοτεινή, το μονοπάτι που οδηγούσε στην κορφή του λόφου ήταν ανηφορικό και γεμάτο κροκάλες. Η γυναίκα περπατούσε με δυσκολία, σκοντάφτοντας, βαριανασαίνοντας και γκρινιάζοντας από μέσα της σε κάθε δυσκολία:

«Φτού σας, παλιόπετρες, σκεφτόταν κάθε φορά που σκόνταφτε πάνω στις πέτρες, όλες εδώ σας έριξε ο Θεός;… Ουφ! Ο ανήφορος μου κόβει την ανάσα! … Πού στο καλό πήγαν κι αυτοί οι ομορφονιοί να μείνουν! Χάθηκε ο κάμπος; Μόνο πήγαν και σκάλωσαν πάνω στα ψηλώματα!»

Έτσι μουρμουρίζοντας έφτασε κάποτε μέχρι τη μεγάλη σκηνή και μπήκε μέσα.

- Καλώς την κυρά, της είπαν οι νέοι σαν την είδαν. Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει μέχρι εδώ;

- Κακός και ψυχρός άνεμος! απάντησε εκείνη λαχανιασμένη. Ξέρετε τι κρύο κάνει έξω; Κι εγώ η άμοιρη, φτωχή γυναίκα, αναγκάστηκα ν’ ανέβω ως εδώ να ζητήσω τη βοήθειά σας!

- Καλά, κάθησε κοντά στη φωτιά να ζεσταθείς, της είπαν. Τι να σε κεράσουμε;

- Τίποτα, ευχαριστώ, έχω φάει, απάντησε εκείνη και κάθισε άκεφη.

- Πώς περνάτε στο χωριό, τώρα που έχουν έρθει οι χειμωνιάτικοι μήνες, ο Δεκέμβρης, ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος; τη ρώτησαν.

- Απ’ το κακό στο χειρότερο! τους απάντησε. Η παγωνιά μας έχει περονιάσει, το χιόνι σκεπάζει τους δρόμους του χωριού και δεν μπορούμε να βγούμε από το σπίτι μας να πάμε στις δουλειές μας.

- Και με τους άλλους μήνες, πώς τα πάτε;

- Πώς να τα πάμε; Όλοι τους έχουν το κουσούρι τους. Την άνοιξη, ο Μάρτης, ο Απρίλης και ο Μάης είναι τόσο άστατοι που πότε φέρνουν κρύο και πότε ζέστη. Δεν ξέρουμε τι να φορέσουμε. Έπειτα το καλοκαίρι σταματούν τα κρύα αλλά έρχονται τέτοιες κάψες που ξεραίνουν τα φυτά μας, ταλαιπωρούν τα ζωντανά μας κι εμείς οι ίδιοι ναρκωνόμαστε από τη ζέστη. Κι αν με ρωτήσετε για το φθινόπωρο, το Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο, τι να σας πω; Αρχίζουν την ψύχρα και την υγρασία τόσο που αρρωσταίνουμε με γρίπες και κρυολογήματα. Όπως βλέπετε με κανένα μήνα δεν είμαστε ευχαριστημένοι γιατί κανένας τους δε μας φέρνει τα πράγματα έτσι όπως τα θέλουμε.

Στενοχωρήθηκαν οι νέοι από τα λόγια της αλλά δεν το έδειξαν. Σηκώθηκε ένας τους, έβγαλε από το καλάθι  ένα μπαγιάτικο ρόδι και της το έδωσε λέγοντάς της να το ανοίξει μόνο σαν θα έφτανε στο σπίτι της. Η γυναίκα το πήρε με χαρά κι έτρεξε πίσω στο χωριό. Κλείστηκε μέσα σ’ ένα δωμάτιο και το έσπασε αλλά αντί για ρουμπίνια και χρυσάφι πετάχτηκαν από μέσα μαύρα σκουλήκια, σκορπιοί και δηλητηριώδη έντομα, που την τσίμπησαν και τη σκότωσαν με το δηλητήριό τους.

Η φτωχή γειτόνισσά της όμως πέρασε την υπόλοιπη ζωή της χαρούμενη γιατί τα πλούτη καθόλου άλλαξαν το χαρακτήρα της, παρά έμεινε καλόκαρδη και γλυκομίλητη, κι έτσι έγιναν και τα παιδιά της.