Login

Δεν έχετε εγγραφεί ακόμα;

Ξεχάσατε το λογαριασμό σας;

Print
Δημοσιεύτηκε: 15/09/2015

Το άσκημο βασιλόπουλο (παραμύθι από την Κρήτη)

 

 

 

ια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα μακρινό βασίλειο ήταν ένας βασιλιάς που είχενε τρεις γιους. Οι δυο ήτανε όμορφα παλικάρια, που ήτανε το καμάρι του πατέρα τους. ο τρίτος όμως, δεν ήτανε καθόλου όμορφος. Ήτανε κακοφτιαγμένος, καμπούρης, κι όλοι τόνε κοροϊδεύανε. Στενοχωριότανε ο κακομοίρης, μα τι να κάνει; Αυτά του είχενε δώσει ο Θεός, μ’ αυτά πορευότανε.

Μια μέρα, βγήκε στην εξοχή για κυνήγι. Αφού κυνήγησε κάμποση ώρα και κουράστηκε, είπε να σταματήσει λίγο να φάει και να ξεκουραστεί. Βγάζει από το βουργιάλι* του λίγο ψωμί, ελιές, τυράκι, και κάθεται να φάει. Πριν να βάλει μπουκιά στο στόμα του, εμφανίζονται τρεις μάγισσες. Του λένε:

- Γεια σου, παλικάρι!

- Γεια σας κι εσάς!, τους αποκρίθηκε το βασιλόπουλο, χωρίς να ξέρει ότι αυτές οι τρεις γυναίκες ήτανε μάγισσες.

- Θα μας δώσεις κι εμάς να φάμε;

- Να σας δώσω, ευχαρίστως!, τους είπε και τους μοίρασε το ψωμί, το τυρί και τις ελιές του. Για τον εαυτό του δεν κράτηξε τίποτα.

Κάθισαν οι μάγισσες, τρώγανε και κοιτούσανε το βασιλόπουλο που καθότανε ήσυχο πέρα-πέρα.

- Κι εσύ είντα θα φας; τόνε ρωτάνε.

- Εγώ έχω φάει, τους είπε ψέματα. Μη σας νοιάζει!

Αφού αποφάγανε οι γυναίκες, γυρίζουνε και του κάνουνε:

- Πολύ μας ευχαρίστησες μ’ αυτό που έκανες! Είσαι καλός άνθρωπος! Εμείς είμαστε μάγισσες και ξέρομε ότι μας έδωσες όλο το φαγητό σου κι ότι εσύ απόμεινες νηστικός. Για να σ’ ευχαριστήσομε κι εμείς, πες μας τι θέλεις να κάνομε για σένα;

- Τι να κάνετε εσείς; Τίποτα...

- Μπορούμε να σου κάνομε ό,τι χάρη θέλεις. Πες μας μόνο τι θέλεις!

Άρχισε αυτός να σκέφτεται.

- Τι να μου κάμετε; Να! Οι άλλοι άνθρωποι με κοροϊδεύουνε γιατί είμαι έτσι άσκημος. Δε με υπολογίζει κανένας.

Τότε του λέει η μια μάγισσα:

- Εγώ θα σου χαρίσω λεβεντιά! Δε θα είσαι άσκημος αλλά θα είσαι όμορφο παλικάρι!

Του λέει η δεύτερη:

- Εγώ θα σου χαρίσω ένα χρυσό σπαθί! Όταν θα λες «έλα σπαθί μου» θα εμφανίζεται το σπαθί και θα γίνεσαι ανίκητος σε κάθε μάχη!

Του λέει η Τρίτη:

- Εγώ θα σου χαρίσω ένα χρυσό άλογο! Με τη λεβεντιά που θα έχεις, με το ανίκητο σπαθί και το χρυσό άλογο θα είσαι το καμάρι του πατέρα σου!

Οι τρεις μάγισσες του δώσανε από μια τρίχα.

- Όταν θα θέλεις να μεταμορφωθείς ή όταν θα θέλεις να έρθει το σπαθί ή το άλογό σου, να κάψεις την τρίχα και αυτά θα έρθουν αμέσως στα χέρια σου!

Το βασιλόπουλο γύρισε στο παλάτι. Δεν ήξερε αν ήταν αλήθεια όλα αυτά που του τάξανε οι μάγισσες. Γρήγορά όμως το ανακάλυψε. Ο πατέρας του, ο βασιλιάς, κήρυξε πόλεμο στη βασίλισσα της γειτονικής χώρας. Τα πράματα ήτανε δύσκολα γιατί ο στρατός της βασίλισσας ήτανε μεγαλύτερος και πιο καλά εκπαιδευμένος από τον εδικό του. Είντα να κάνει; Μάζεψε όσα στρατεύματα μπόρεσε, κι είπε στους γιους του να βοηθήσουνε κι αυτοί, όσο μπορούνε. Αλλά το είπε μόνο στους δυο του γιους που τους θεωρούσε γενναίους και άξιους για πόλεμο. Τον τρίτο, τον κακομοίρη, τον άφησε μόνο να κάθεται κοντά του και να περιμένουνε κι οι δυο μαζί είντα θα γίνει. Δεν τον είχενε, βλέπεις, αυτόν άξιο για μάχες.

Όμως τα πράματα ζοριζότανε. Ο στρατός της βασίλισσας νικούσε τους στρατιώτες του. φώναζε αυτός στους γιους του, που ήτανε επικεφαλής των στρατευμάτων, να δώσουνε όλες τους τις δυνάμεις, αλλά δε γινότανε τίποτα. Αποφασίζει τότε το τρίτο βασιλόπουλο και λέει στον πατέρα του:

- Πατέρα, άσε με κι εμένα να δοκιμάσω.

Τι να κάνει ο πατέρας του; Ήθελε δεν ήθελε, τον άφησε. Τότε το βασιλόπουλο πάει σε μια γωνιά να μην το βλέπουνε, πιάνει την τρίχα που του δώκανε οι μάγισσες, την τσουδίζει* και λέει:

- Έλα, χρυσή μου λεβεντιά! Έλα, χρυσό μου άλογο! Έλα, χρυσό μου σπαθί!

Και μεταμορφώθηκε σ’ ένα λεβέντη πολεμιστή με αστραφτερά άρματα και δυνατό άλογο, που έπεσε μέσα στα στρατεύματα των εχθρών και τα θέριζε με το σπαθί του σα να ήταν στάχυα!

Έκοβε από δεξιά, έκοβε από αριστερά, στο τέλος δεν έμεινε κανένας τους!

Έτσι καβαλάρης έφτασε ως έξω από το παλάτι της βασίλισσας. Αυτή τον είδε που νίκησε όλους τους στρατιώτες της, κι έτσι όμορφος και λεβέντης που ήτανε, τόνε ρέχτηκε. Πετά μιαν αμπούλα με μελάνι και του δίνει στην πλάτη την ώρα που έφευγε και γυρνούσε στον πατέρα του.

Έτσι ενίκησε ο πατέρας του αλλά αυτός δεν εμφανίστηκε για να πει «εγώ ήμουνα που νίκησα τους εχθρούς», μόνο έγινε πάλι ο άσκημος τρίτος γιος.

Τα δυο βασίλεια κάνανε ειρήνη αλλά κανείς δεν έμαθε ποιος ήταν αυτός ο ανίκητος καβαλάρης. Όσο κι αν ψάχνανε δεν τόνε βρίνανε. Η βασίλισσα είχενε βάλει ανθρώπους να τόνε ψάξουνε γιατί ήτανε καιρός της να παντρευτεί κι ήθελε να του στείλει προξενιά. Σαν αυτόν τον καβαλάρη δεν είχε ξαναδεί λεβέντη άντρα. Αυτός της ταίριαζε. Αλλά δεν τον έβρισκε κανείς, όπου κι αν ρωτούσαν.

Πείσμωσε η βασίλισσα και διατάζει τους υπηρέτες της:

- Να περάσουνε όλοι οι άντρες των δυο βασιλείων γυμνοί απ’ τη μέση κι απάνω!

Οι υπηρέτες κάνανε κατάλογο και γράψανε τα ονόματα όλων των ανδρών των δυο βασιλείων για να μη ξεχάσουνε κανένα. Ύστερα καλέσανε τους άντρες να περάσουν μπροστά από τη βασίλισσα. Η βασίλισσα τους κοιτούσε καλά, κι έψαχνε να βρει στην πλάτη τους το σημάδι από το μελάνι που είχε πετάξει. Αλλά σημάδι δεν έβριχνε σε κανέναν! Αφού περάσανε όλοι και δεν είχε κανένας σημάδι από μελάνι, άρχισε να σκέφτεται. Αλλά ήταν έξυπνη γυναίκα και κατάλαβε ότι κάποιος δεν πρέπει να είχενε περάσει.

- Ένας πρέπει να λείπει. Είναι κανείς που δεν επέρασε;

Οι υπηρέτες γελάσανε:

- Ε, κυρά μου, ο μόνος που δεν επέρασε, δεν αξίζει να τόνε δεις. Ένας καμπούρης είναι, ένας παζαβός*.

- Θέλω να τον φέρετε μπροστά μου να τόνε δω!

Της τόνε φέρνουνε μπροστά της. Οι σύμβουλοί της γελούσανε κρυφά: «Τόσοι άντρες περάσανε από μπροστά της, αυτόν τον παζαβό θα πάρει;»

- Βγάλε τα ρούχα σου, λέει του βασιλόπουλου η βασίλισσα.

Τα βγάζει αυτός και βλέπει στην πλάτη του το σημάδι από το μελάνι.

- Αυτός είναι! Λέει η βασίλισσα. Αυτόν θα πάρω!

- Είναι δυνατόν, κυρά μου, να είναι αυτός ο λεβέντης που νίκησε το στρατό σου; έβαλαν οι σύμβουλοι τις φωνές.

Τότε το βασιλόπουλο βγάζει την τρίχα, την τσουδίζει και φωνάζει:

- Έλα, χρυσή μου λεβεντιά!

Κι έγινε πάλι το όμορφο βασιλόπουλο που είχε δει η βασίλισσα. Τότε οι μάγισσες του ευχηθήκανε να μείνει για πάντα όμορφος και να ζήσει ευτυχισμένος με τη βασίλισσά του. κι αλήθεια, ζήσανε αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα. Και μου δώκανε ένα κουλούρι, μα μου το’ φαγε ο σκύλος ο Κουντούρης.

---------------------------------------------------------------------------------------------

βουργιάλι: υφαντό σακούλι

τσουδίζω: τσουρουφλίζω

παζαβός: στραβοχυμένος

---------------------------------------------------------------------------------------------

Πηγή: Λαϊκά Παραμύθια της Κρήτης, Στέλλα Πιθαρούλιου, εκδ. Εν Πλω.

Η εικόνα είναι του Pels Winslow.