Login

Δεν έχετε εγγραφεί ακόμα;

Ξεχάσατε το λογαριασμό σας;

Print
Δημοσιεύτηκε: 14/02/2012

Η χρήση των παραμυθιών στη ψυχοθεραπεία ενός σεξουαλικά κακοποιημένου παιδιού.

Της Καρέν Σαντλιέ, κλινικής ψυχολόγου, Παρίσι, Γαλλία (1)
 
Περίληψη

Η παροχή παιχνιδιών που απεικονίζουν τον κόσμο των παραμυθιών και η χρήση μιας μη- κατευθυντικής θεραπευτικής προσέγγισης, επιτρέπουν στα παιδιά μια αποτελεσματική ψυχική επεξεργασία των βιωμάτων σεξουαλικής βίας, ακολουθώντας το ρυθμό τους και χωρίς υποβολιμαίες παρεμβάσεις.

Τα παραμύθια παρέχουν στα παιδιά ένα μυθικό υπόβαθρο που τα βοηθάει να δώσουν νόημα στις εμπειρίες τους. Στη ψυχοθεραπεία, ένα δομημένο σενάριο παραμυθιών μπορεί να διευκολύνει την επεξεργασία δύσκολων στοιχείων που κατακλύζουν την ψυχή του παιδιού. Αλλά πώς μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τα παραμύθια στη θεραπεία χωρίς να τα προτείνει ευθέως στο παιδί; Είναι αλήθεια ότι στις περιπτώσεις σεξουαλικής βίας μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε να θεωρηθεί από το νομικό σύστημα ως μια προσπάθεια υποβολής και πιθανόν να οδηγήσει το παιδί να αναμείξει μυθικά στοιχεία βίας με τις αναφορές των δικών του βιωμάτων. Επιπλέον, από θεραπευτική άποψη, αυτή η τεχνική μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι καθοδηγητική και ότι αρμόζει μόνο σε κλινικούς που ακολουθούν την ψυχοδυναμική κατεύθυνση.

Σ’ αυτή τη σύντομη παρουσίαση θα σας εκθέσω την περίπτωση ενός κοριτσιού που θα το ονομάσω Κλάρα (2). Η ιστορία της Κλάρας δείχνει πώς τα παραμύθια μπορούν να χρησιμοποιηθούν θεραπευτικά, και με τρόπο μη-κατευθυντικό, σε περιπτώσεις σεξουαλικής βίας. Εργάζομαι στο Παρίσι με παιδιά που έχουν υποστεί αυτό το είδος τραύματος. Η κλινική μου προσέγγιση είναι ψυχοδυναμική μη-κατευθυντική. Στην παιγνιοθεραπεία που εφαρμόζω, είναι τα παιδιά εκείνα που αποφασίζουν με τι θα παίξουν, αν θα παίξουν μαζί μου ή αν εγώ θα τα παρατηρώ καθώς παίζουν. Σε κάθε περίπτωση αντανακλώ στο παιδί τις δυναμικές και τα συναισθήματα που εκφράζει αυθόρμητα ή που προβάλλει στα παιχνίδια. Όταν ένα παιδί μου ζητά να παίξω μαζί του, επαληθεύω συνέχεια αυτό που θέλει να κάνω, πώς θέλει να το κάνω και τι συναίσθημα θέλει να δείξω. Έτσι, κατά τη διάρκεια της συνεδρίας, ακολουθώ τις οδηγίες του παιδιού, σαν ηθοποιός, και αντανακλώ τις δυναμικές και τα συναισθήματα σαν υποβολέας, όντας μια εξωτερική φωνή όπως ο χορός της αρχαίας τραγωδίας.

Ακολουθώντας αυτό το μοντέλο έπαιξα και με την Κλάρα.

Μετά από έντονους εφιάλτες, η Κλάρα, 5 ετών, είπε στους γονείς της ότι ο γιος της μπείμπυ σίτερ της, ηλικίας 16 ετών, την κακοποιούσε σεξουαλικά. Σύμφωνα με την περιγραφή της, ο βιασμός συνίστατο σε εξακολουθητικές πεολειχίες και αιδοιολειχίες κάτω από την απειλή ότι ο βιαστής της θα την έδερνε αν εκείνη αποκάλυπτε τη βία ή αν αρνιόταν να υποκύψει. Η κακοποίηση διήρκεσε περίπου 6 μήνες.

Η Κλάρα παραπέμφθηκε σε μένα από το νοσοκομείο της περιοχής. Παρουσίαζε συμπτώματα χρόνιου μετατραυματικού στρες και κατάθλιψης. Όταν την ανέλαβα δεν υπήρχε καμία απόδειξη που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της (3).

Μετά από τον πρώτο μήνα θεραπείας, φάνηκε ότι η Κλάρα ήταν ένα έξυπνο παιδί, που εκφραζόταν καθαρά, με μεγάλη αγωνία. Κάθε κουκλάκι του δωματίου του παιχνιδιού αντιπροσώπευε για κείνη έναν έφηβο. Κάθε λέξη που είχε συνήχηση με το όνομα του βιαστή της την έκανε να αναδιπλώνεται σε εμβρυακή στάση φωνάζοντας: «Κάνε τον να σταματήσει! Δε θέλω να με φάει!». Το πρώτο της παιχνίδι ήταν ακατάστατο, χαοτικό και τα θέματα περιστρέφονταν συνέχεια γύρω από δυναμικές φόβου που της ήταν αδύνατο να συγκρατήσει.

Η Κλάρα σύντομα ανακάλυψε στο δωμάτιο του παιχνιδιού το υλικό με τους χαρακτήρες των παραμυθιών: ιππότες, μάγισσες, πρίγκιπες, πριγκίπισσες, κυνηγούς, λύκους και παιδιά.

Τους επόμενους 18 μήνες η Κλάρα χρησιμοποίησε τις κούκλες και τα λούτρινα παιχνίδια για να εστιάσει το παιχνίδι μας σε δύο παραμύθια: την «Κοκκινοσκουφίτσα» και το «Λύκο και τα επτά κατσικάκια».

Αυτές οι δύο ιστορίες περιείχαν στοιχεία που καθρέφτιζαν τα δικά της βιώματα σεξουαλικής βίας: τα παιδιά είναι παγιδευμένα, δέχονται επίθεση (καταβροχθίζονται) και τελικά σώζονται από τα δόντια ενός κακού λύκου που τιμωρείται δίκαια. Το επαναλαμβανόμενο παιχνίδι της Κλάρας γύρω από αυτά τα μοτίβα μπορεί να χωριστεί σε τέσσερις διακριτές φάσεις, με βάση τη στιγμή όπου η Κλάρα τοποθετούσε τη φυσική ή συναισθηματική κορύφωση της ιστορίας. Καθεμία από αυτές τις φάσεις αντιστοιχούσε σ’ ένα τραυματικό σύμπτωμα και σε μια δυναμική υποχώρηση του συμπτώματος.

Η πρώτη φάση διήρκεσε 3 μήνες. Επικεντρωνόταν στη στιγμή όπου το παιδί καταβροχθιζόταν από το λύκο. Μέσω του αδύναμου παιδιού που καταβροχθιζόταν η Κλάρα εξέφρασε φόβο και τρόμο. Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης οι εφιάλτες μειώθηκαν. Αλλά η Κλάρα δυσκολευόταν ακόμα να αποφασίσει αν ο λύκος έτρωγε το παιδί λόγω πείνας ή λόγω σκληρότητας.

Κατά τον ίδιο τρόπο, τους επόμενους 3 μήνες (δεύτερη φάση), η Κλάρα έδειξε συνεχές και σταθερό ενδιαφέρον για τις σκηνές όπου τα παιδιά παγιδεύτηκαν από το λύκο. Στριφογύριζε στο μυαλό της τα κίνητρα του λύκου και το αν θα έπρεπε να του έχει εμπιστοσύνη. Το παιχνίδι που δεν ήταν βασισμένο στο παραμύθι κατέδειξε ότι αυτοί οι συλλογισμοί στόχευαν στο να δοκιμάσει την ασφάλεια της θεραπευτικής σχέσης φοβούμενη ότι θα την απορρίψω ή θα την πληγώσω επειδή ήταν βίαιη απέναντί μου.

Η μεγαλύτερη φάση επαναληπτικού παιχνιδιού διήρκεσε 7 μήνες. Σ’ αυτή τη φάση η Κλάρα επικεντρωνόταν στο πώς τα παιδιά σώθηκαν από το λύκο. Ανέπτυξε δύο σενάρια διάσωσης: είτε οι μητέρες έσωζαν τα παιδιά είτε τα παιδιά σωζόντουσαν μόνα τους. Για παράδειγμα, η Κοκκινοσκουφίτσα είχε στην τσέπη της ένα σετ ραπτικής και ένα μπουκάλι δηλητήριο σε περίπτωση που ο λύκος τη φάει. Έτσι αν θα βρισκόταν στο στομάχι του ζώου, θα μπορούσε να βγει χρησιμοποιώντας τα ψαλίδια της, θα γέμιζε με δηλητήριο το στομάχι του λύκου, θα το ξανάραβε και θα τόσκαγε. Σ’ αυτή τη φάση της θεραπείας, τα παιχνίδια που δεν είχαν ως βάση τα παραμύθια, φανέρωναν τις πηγές και τις γνώσεις της Κλάρας. Τα καταθλιπτικά συναισθήματα είχαν σταματήσει αλλά η Κλάρα έγινε απίστευτα ευαιρέθιστη.

Η τελευταία φάση του παιχνιδιού που βασίστηκε στα παραμύθια διήρκεσε 2 μήνες. Η Κλάρα έβαλε το λύκο να τιμωρηθεί χίλιες φορές για τη σκληρότητά του από τα παιδιά και τις μητέρες τους. Αργά αλλά σταθερά, η Κλάρα άρχισε να τιμωρεί αυτή η ίδια το λύκο. Τότε εισήγαγε στο παιχνίδι τη δική της ιστορία χρησιμοποιώντας κουκλάκια που αντιπροσώπευαν την ίδια, τη μητέρα της, τον πατέρα της, την αστυνομία και το βιαστή της. Ανάμεσα σ’ αυτά τα κουκλάκια βρίσκονταν και εκείνα που είχε χρησιμοποιήσει στην αρχή της θεραπείας, αυτά που της θύμιζαν έναν έφηβο. Τα παραμύθια σταμάτησαν και η προσωπική της ιστορία έγινε το κεντρικό σημείο του παιχνιδιού. Σ’ αυτά τα σενάρια, οι γονείς της και η αστυνομία τιμωρούσαν το βιαστή που ένιωθε ένοχος για τις πράξεις του και ζητούσε συγνώμη από την Κλάρα. Το κοριτσάκι έβγαινε από την περιπέτειά του δυνατό, ευτυχισμένο, νιώθοντας ασφάλεια.

Κατά τους 3 τελευταίους μήνες η Κλάρα σταμάτησε το επαναλαμβανόμενο παιχνίδι, και εστίασε περισσότερο σε θέματα σχετικά με την εκπαίδευση. Δεν παρουσίασε πια καμία συμπτωματολογία ή τραύμα κατά την ανάλυση. Η θεραπεία τελείωσε.

Μία επαναληπτική συνεδρία που έγινε 12 μήνες αργότερα, έδειξε ότι η Κλάρα ήταν πολύ καλά.

Πώς η «Κοκκινοσκουφίτσα» και «ο Λύκος και τα επτά κατσικάκια» βοήθησαν την Κλάρα να επεξεργαστεί το βιασμό της; Αυτά τα παραμύθια χρησίμευσαν ως υπόβαθρο που δέχτηκε και περιέλαβε την αγωνία της Κλάρας. Η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει ένα σενάριο με καλό τέλος της δημιούργησε ένα συναίσθημα ασφάλειας, παρόλο που δεν χρησιμοποίησε ποτέ αυτό το συναίσθημα κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Ο συνδυασμός ασφάλειας και σταθερότητας μέσα στο παραμυθιακό πλαίσιο ίσως να βοήθησε να αποφευχθεί η ενίσχυση του τραύματος, πράγμα που θα συνέβαινε στην περίπτωση μιας απευθείας ερώτησης σχετικά με το βιασμό. Η ένταση των συναισθημάτων της Κλάρας σχετικά με το βιασμό της και οι προσπάθειές της να κυριαρχήσει σ’ αυτά διοχετεύθηκαν στο παιχνίδι με τα παραμύθια. Τέλος, το υπόβαθρο των παραμυθιών επέτρεψε στην Κλάρα να βιώσει το ρόλο του θύματος, του βιαστή, του σωτήρα, εμποδίζοντας έναν από αυτούς τους ρόλους να παγιωθεί ενδοψυχικά.

Συμπερασματικά, η παροχή παιχνιδιών που απεικονίζουν τον κόσμο των παραμυθιών και η χρήση μιας μη- κατευθυντικής θεραπευτικής προσέγγισης, επιτρέπουν στα παιδιά μια αποτελεσματική ψυχική επεξεργασία των βιωμάτων σεξουαλικής βίας, ακολουθώντας το ρυθμό τους και χωρίς υποβολιμαίες παρεμβάσεις.
 

(1) Αυτή η μελέτη περίπτωσης παρουσιάστηκε στο 6ο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Μετατραυματικού Στρες, Τουρκία, 1999.

(2) Τα ονόματα και οι πληροφορίες που θα μπορούσαν να καταστήσουν δυνατή την αναγνώριση των προσώπων έχουν υποστεί αλλαγές για λόγους εχεμύθειας.

(3) Οκτώ μήνες μετά την παραπομπή της Κλάρας σε μένα, ο βιαστής επιβεβαίωσε την αλήθεια των ισχυρισμών του κοριτσιού. Πέντε μήνες μετά από το τέλος της θεραπείας, κρίθηκε ένοχος για σεξουαλική βία και του επιβλήθηκε ειδική θεραπεία.


Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε το 2003 στο Journal International de Victimologie, www.jidv.com